Στην εντός ή εκτός εισαγωγικών διαμάχη που έχει ξεσπάσει το τελευταίο διάστημα ανάμεσα στο Υπουργείο Παιδείας και τους εκπαιδευτικούς, παρατηρούμε ότι μέρος της συζήτησης επιχειρούν (και σχεδόν επιβάλλουν) να είναι και οι οργανωμένοι γονείς. Θεωρητικά θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι κάτι τέτοιο είναι θεμιτό, δεδομένου ότι οι γονείς είναι οι έμμεσοι αποδέκτες των υπηρεσιών που παρέχονται στα δημόσια σχολεία και με τον τρόπο αυτό επιθυμούν να έχουν ενεργό ρόλο στα τεκταινόμενα.

Το πρόβλημα όμως αρχίζει όταν κάποια ηγετικά στελέχη των Συνομοσπονδιών Συνδέσμων Γονέων (κυρίως της Δημοτικής Εκπαίδευσης) αντιλαμβάνονται πολύ διαφορετικά το ρόλο τους απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα, θεωρούν τους εαυτούς τους ως εν δυνάμει Υπουργούς και ούτε λίγο ούτε πολύ ετσιθελικά παρεμβαίνουν, ρίχνοντας ακόμη παραπάνω λάδι στη φωτιά.

Δεν νοείται να συζητούνται αμιγώς εργασιακά θέματα και οι γονείς με το έτσι-θέλω να παρεμβαίνουν απροκάλυπτα στη συζήτηση. Είναι ένα πράγμα να θέλεις να κυλούν όλα ομαλά στο σχολικό περιβάλλον για το καλό των παιδιών σου και είναι εντελώς διαφορετικό να θέλεις σώνει και καλά να είσαι μέρος ενός διαλόγου που ΔΕΝ ΣΕ ΑΦΟΡΑ!

Δεν είναι τυχαίο πάντως το γεγονός ότι ο Υπουργός όχι μόνο δείχνει να ευνοεί τη συμμετοχή των οργανωμένων γονέων στις συζητήσεις με τους εκπαιδευτικούς, αλλά το επιδιώκει κιόλας. Κι αυτό ασφαλώς δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι τις πλείστες φορές που οι Συνομοσπονδίες Γονέων τοποθετήθηκαν για κάποιο θέμα, έλαβαν σαφώς το μέρος του Υπουργού και στελέχη τους έχουν εκφραστεί με διόλου κολακευτικά σχόλια για τους εκπαιδευτικούς.

Οι Συνομοσπονδίες Γονέων θα πρέπει να αντιληφθούν ότι οι όποιες αποφάσεις ληφθούν για να έχουν νόημα και ουσία κάποιοι θα κληθούν τις εφαρμόσουν (οι εκπαιδευτικοί). Αν στο τέλος του διαλόγου οι εκπαιδευτικοί εκλάβουν το αποτέλεσμα ως εχθρικό/αρνητικό για τους ίδιους, αυτό προφανώς θα έχει επιπτώσεις και στα παιδιά τους, για τα οποία υποτίθεται ότι αγωνίζονται. Ας επιλέξουν επομένως αν προτιμούν να έχουν τους εκπαιδευτικούς δίπλα τους ή απέναντί τους.